• Σήμερα είναι: Κυριακή, Νοέμβριος 19, 2017

Στημένα παιχνίδια: Η γάγγραινα του ποδοσφαίρου

Domino News
Domino News
Νοέμβριος11/ 2017

Πολύς θόρυβος έχει ξεσπάσει τις τελευταίες ημέρες γύρω από το παράνομο ποδοσφαιρικό στοίχημα και την υπόθεση «στημένων» αγώνων στην Ελλάδα… Η παραπομπή 28 «ποδοσφαιρανθρώπων» στην Δικαιοσύνη, είναι το τελευταίο «επεισόδιο» σε ένα «σίριαλ» που, ναι μεν, απασχολεί σε αραιά διαστήματα τα πρωτοσέλιδα του Τύπου, παραμένει όμως διαρκώς στην πρώτη γραμμή της… αφανούς επικαιρότητας. Πρόκειται για ένα ζήτημα που βρίσκεται στην… ημερήσια διάταξη κάθε χώρου ποδοσφαιρικής συνάθροισης, δεδομένου ότι από τον Αύγουστο μέχρι και τον Μάιο κάθε χρονιάς, η «στρογγυλή θεά» δεν σταματά να κυλά στα γήπεδα του πλανήτη…

Καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια διαλεύκανσης της υπόθεσης έχουν διαδραματίσει δύο άνθρωποι. Πρόκειται για τον υφυπουργό, αρμόδιο για θέματα Αθλητισμού, Γιώργο Βασιλειάδη, αλλά και τον προκάτοχο του και νυν υπουργό Δικαιοσύνης, Σταύρο Κοντονή, που με ενέργειες ουσιαστικού περιεχομένου, κατάφεραν σε -πολιτικά- σύντομο χρονικό διάστημα, να παράξουν αποτελέσματα. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει, πως αμφότεροι έδειξαν πολιτική βούληση χωρίς να υπολογίσουν το προσωπικό κόστος.

Από τον Χόιτσερ στην Θεσσαλονίκη

Το πρόσωπο που αποτελεί σημείο αναφορά σε διεθνές επίπεδο για το φαινόμενο των στημένων αγώνων, είναι χωρίς αμφιβολία, ο διαβόητος, πλέον, Γερμανός διαιτητής, Ρόμπερτ Χόιτσερ. Ήταν Αύγουστος του 2004, όταν ο -τότε- 25χρονος Χόιτσερ, παραδέχθηκε ότι είχε «στήσει» έναν αγώνα για το κύπελλο Γερμανίας, προκειμένου το Αμβούργο να ηττηθεί από ομάδα των ερασιτεχνικών κατηγοριών. Στην πορεία της ανάκρισης και όπως συμβαίνει συνήθως όταν κάποιος πέφτει στα χέρια των αρχών, ο Χόιτσερ άρχισε να… κελαηδάει, η υπόθεση ξεπέρασε τα σύνορα της Γερμανίας και αφού πέρασε σχεδόν απ΄ ολόκληρη την κεντρική Ευρώπη, έφτασε… μέσω Κροατίας και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Χόιτσερ, το «ελληνικό κέντρο» είχε έδρα την Θεσσαλονίκη, με βασικούς διαχειριστές έναν νεαρό που σπούδασε στο Ζάγκρεμπ κι έναν μάνατζερ. Αμφότεροι αντάλλασαν πληροφορίες με τα… αντίστοιχα κέντρα της αλλοδαπής και καθώς οι «προβλέψεις» τους επαληθεύονταν σε ποσοστό άνω του 90%, θησαύρισαν μέσω του στοιχηματισμού.

Πώς και γιατί «στήνεται» ένας αγώνας;

Τι είναι όμως το παράνομο στοίχημα και γιατί έχει τέτοια απήχηση στο ευρύ κοινό; Ποιοί και με ποιούς τρόπους το ελέγχουν; Και τελικά ποιοί και από ποιούς ζητούν τις όποιες ευθύνες;

Η επιστήμη έχει αποδείξει διαχρονικά, πως η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρωπίνων δράσεων, γίνεται με σκοπό κάποιου είδους κέρδος. Η ανιδιοτέλεια σπάνιζε και προϊόντος του χρόνου, τείνει να γίνει… είδος προς εξαφάνιση. Αυτή η συνθήκη, αποτελεί και τα «θεμέλια» πάνω στα οποία στηρίζεται το συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο, που συναποτελείται από τα «συγκοινωνούντα δοχεία», του προσφερόμενου γεγονότος, του παράνομου στοιχηματισμού σε αυτό και της διανομής του χρήματος, ανάλογα με την επιτυχία ή την αποτυχία της εκάστοτε πρόβλεψης.

Για να «στηθεί» ένας αγώνας, αναγκαία και ικανή συνθήκη, είναι η συμμετοχή ενός ή περισσοτέρων εκ των πρωταγωνιστών. Με πιο απλά λόγια, χρειάζεται η συμβολή και η συναίνεση ενός διαιτητή ή/και ενός ή περισσοτέρων ποδοσφαιριστών. Το ιδανικό σενάριο περιλαμβάνει και τον διαιτητή και τους ποδοσφαιριστές. Για να προσεγγίσει κάποιος «τρίτος» διαιτητή ή ποδοσφαιριστή, είναι υποχρεωτικό το δέλεαρ ή το αντίτιμο. Και για να καταστεί δυνατή η προσέγγιση ενός ατόμου, απαραίτητη προϋπόθεση, είναι πως ο «προσεγγιζόμενος» έχει ανάγκη, χρειάζεται το δέλεαρ. Δεδομένου λοιπόν, πως ένας παίκτης έχει υπογράψει ένα συμβόλαιο -λόγου χάρη- για 15.000 ευρώ ετησίως και μέχρι την ώρα του αγώνα, έχει εισπράξει μετά βίας το 1/10 των υποσχεθέντων από την διοίκηση της ομάδας, είναι πολύ πιθανόν -αν «το ‘χει» βέβαια και στο χαρακτήρα του- να δεχθεί ένα οποιοδήποτε ποσό για να επιδείξει παραβατική ή έστω αντιδεοντολογική συμπεριφορά. Όπως αντίστοιχα μπορεί να συμβεί και με έναν διαιτητή, ο οποίος δεν εξασφαλίζει τα προς το ζην από την «σφυρίχτρα». Και στις περισσότερες περιπτώσεις, το δέλεαρ είναι – εκτός από την άμεση καταβολή του προσυμφωνηθέντος ποσού-προώθηση για την ανέλιξη της καριέρας του.

Τα υποψήφια… θύματα

Η άποψη πως ο ποδοσφαιριστής είναι ένα «κωλόπαιδο» που «κλωτσάει ένα πετσί» και παίρνει εκατομμύρια, απέχει παρασάγγες από την πραγματικότητα. Σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, οι ποδοσφαιριστές ζουν σε δυσμενείς συνθήκες, σε ποσοστό που ξεπερνά το 70%. Από τους υπόλοιπους ένα 25% ζει αξιοπρεπώς και μόλις το υπόλοιπο 5% ανήκει στην «αφρόκρεμα» που απολαμβάνει προκλητικές ανέσεις και έσοδα. Για παράδειγμα, ένας παίκτης στην Ασία ή στην Αφρική, που δεν είναι «πρώτο όνομα», δεν έχει σταθερό εισόδημα. Συνήθως, καταφέρνει να εξασφαλίζει τα έξοδα διαβίωσης -κι αυτά σε περιορισμένο βαθμό- και κατά συνέπεια, καθίσταται εξαιρετικά «ευάλωτος» σε «αετονύχηδες» που θα τον προσεγγίσουν για να «στήσει» ένα ματς. Ανάλογες είναι οι συνθήκες στις «μικρομεσαίες» κατηγορίες, των δυτικών πρωταθλημάτων, με εξαίρεση τις χώρες όπου το ποδόσφαιρο, αποτελεί βιομηχανία παραγωγής προϊόντων και μάλιστα εντυπωσιακής υπεραξίας. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως και σε αυτές τις προηγμένες ποδοσφαιρικά χώρες, δεν παρατηρούνται ανάλογα φαινόμενα.

Πέραν πάσης αμφιβολίας, ο λόγος που υπάρχουν οι «στημένοι» αγώνες, είναι το κέρδος των διοργανωτών παράνομου στοιχηματισμού («μπουκ» στη συνέχεια του κειμένου, για συντομία). Το εύκολο χρήμα είναι η παγίδα που στήνουν τα συγκεκριμένα κυκλώματα, απευθυνόμενα σε άτομα εξαρτημένα ή μη. Σ’αυτό το σημείο αξίζει να επισημανθεί πως η εξάρτηση από τον τζόγο, είναι στην κορυφή του σχετικού επιστημονικού καταλόγου που αναφέρεται στην ισχύ του εθισμού, μαζί με την εξάρτηση από το αλκοόλ και τις ουσίες.

Όσον αφορά στην νομική πλευρά του ζητήματος, για να στοιχειοθετηθεί αδίκημα, είναι υποχρεωτική η ομολογία. Δηλαδή απαιτείται από τον πρωταγωνιστή, να παραδεχθεί ότι δωροδοκήθηκε από συγκεκριμένο πρόσωπο, με συγκεκριμένα στοιχεία, για συγκεκριμένο αγώνα. Γι΄αυτό και στο ακροατήριο έχουν φτάσει ελάχιστες υποθέσεις, συγκριτικά πάντα με την ευρύτητα που έχει αποκτήσει το φαινόμενο σε διεθνές επίπεδο. Και σε ακόμη λιγότερες περιπτώσεις, οι δράστες, οι «ιθύνοντες» έχουν υποστεί τις προβλεπόμενες κυρώσεις. Όπως συνέβη με τον Χόιτσερ…

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ