• Σήμερα είναι: Κυριακή, Νοέμβριος 19, 2017

Suicide solution

Sommelier
Sommelier
Μάιος06/ 2017

Ο πολύς Ozzy μας είχε βομβαρδίσει στο παρελθόν για τη βασιμότητα του τίτλου. Τόσο που κοντέψαμε να τον πιστέψουμε.

Αντίθετα, ο Donald Kingsbury στο βιβλίο του «Courtship Rite», μέσα σε όλο εκείνο το ενοχλητικό σκηνικό που στήνει η σφιχτή, ζοφερή και τολμηρή πλοκή καταλήγει στην εξής διαπίστωση: «Η παράδοση είναι μια σειρά από λύσεις για τις οποίες έχουμε ξεχάσει τα προβλήματα. Διώξε μακριά τις λύσεις και το πρόβλημα θα επιστρέψει… συχνά πιο σκληρό από ότι ήταν αρχικά».

Ένα πρωινό του Αυγούστου πέρυσι, με τον ήλιο να καίει και τη ζέστη να είναι ήδη ανυπόφορη από νωρίς, βρέθηκα να επιστρέφω εξαντλημένος και ιδρωμένος προς το χώρο που είχα παρκάρει το αμάξι κάπου στη Θεσσαλονίκη. Όταν το αντίκρισα να βρίσκεται λουσμένο από τον καυτό ήλιο, λιγοψύχησα καθώς σκέφτηκα ότι η θερμοκρασία μέσα του θα μπορούσε να με ψήσει. Ήταν ανυπόφορο! Ασυναίσθητα έριξα το βλέμμα δεξιά-αριστερά. Έπρεπε κάπως να ξαποστάσω πριν μπω σε κείνο το καμίνι. Για καλή μου τύχη, εκεί κοντά βρισκόταν μια μικρή ορθόδοξη εκκλησία και σκέφτηκα ότι πάντα στις εκκλησίες έχει δροσιά, ακόμη και το καλοκαίρι. Δίχως να το σκεφτώ μπήκα μέσα και κάθισα στο πρώτο στασίδι που βρήκα.

Η εκκλησία ήταν έρημη, εκτός από δυο κυρίες που καθόταν κοντά στα κεριά και έναν κύριο που βρισκόταν μόνος του στη πρώτη σειρά, δίπλα στο ιερό, και φαινόταν ότι είχε αναλυθεί σε λυγμούς. Ένοιωσα λίγο αμήχανα, αλλά πήρα θάρρος καθώς οι κυρίες πίσω μου δεν του έδιναν σημασία και συζητούσαν απερίσπαστες.

Δεν κάθισα πάνω από δυο λεπτά. Αναγνώρισα στους λυγμούς και στις ασυνάρτητες φράσεις του κυρίου μια γνώριμη φωνή ενός φίλου από παλιά. Ήταν φανερό ότι οι λυγμοί ήταν λυγμοί μετανοίας. Και ο τρόπος που της άρθρωνε ήταν χαρακτηριστικός και δεν μπορούσα να κάνω λάθος. Σηκώθηκα και πλησίασα αθόρυβα έχοντας ανάμεσά μας μια χοντρή κολώνα. Λογικά δεν θα με έπαιρνε είδηση, αν οι δυο κυρίες πίσω, βλέποντας την κίνησή μου, δεν σταματούσαν τη συζήτηση (προφανώς περιμένοντας να δουν τι κάνω). Ο κύριος το κατάλαβε. Ανακάθισε στο στασίδι του, και σαν να επέστρεψε από κάποιον άλλο κόσμο που βρισκόταν, έκανε να ρίξει μια ματιά προς τα πίσω.

Ήταν ο φίλος μου. Ή για να είμαι πιο ακριβής, ο παλιός μου φίλος, που σαν παρέα 4-5 ατόμων είχαμε συνδεθεί με στενή φιλία για κάποιο χρονικό διάστημα. Δεν ντράπηκα να του μιλήσω αμέσως, έστω και αν τα κόκκινα μάτια του ήταν ακόμη έντονα δακρυσμένα.

Ευτυχώς δεν ενοχλήθηκε από την αναίδειά μου. Ίσως το επιζητούσε κιόλας. Σε λίγα λεπτά μου είχε εξιστορήσει όλα όσα τον βάρυναν λες και ήθελε να εξομολογηθεί. Ευτυχώς χαμηλόφωνα, διότι οι κυρίες πίσω ήταν φανερό ότι είχαν στήσει αυτί.

Τα όσα μου είπε, έμειναν μόνο σε εμένα και αυτόν. Και σε σας, που αποφάσισα σήμερα να τα γράψω.

Κλασικός γυναικάς ο φίλος μου, αφού χωρίσαμε σαν παρέα φίλων, αναλώθηκε σε μια τρυφηλή ζωή με διάφορες σχέσεις με γυναίκες. Σύντομα, οι σπουδές στην Αγγλία τον έφεραν σε επαφή με το κίνημα των γκέι, που τότε ακόμη δεν είχε λάβει δημοσιότητα και σε εμάς. Είτε γιατί ήταν περίεργος, είτε γιατί είχε βαρεθεί τις γυναίκες -δεν το ξεκαθάρισε- στράφηκε προς τα εκεί. Μετά ακολούθησαν και άλλα. Πολλά και διάφορα άλλα, τα οποία τον οδήγησαν σύντομα σε μια πολύ καλή θέση σε έναν οργανισμό του εξωτερικού, αλλά ταυτόχρονα σε ένα τρομερό υπαρξιακό κενό για το οποίο η μόνη λύση ήταν είτε η αυτοχειρία, είτε τα ναρκωτικά.

Και το μόνο που τον έσωσε, κυριολεκτικά στο παρά πέντε, ήταν μια εικόνα από τα μοναστήρια των Μετεώρων που είδε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο, καθώς σκάλιζε πακέτα διακοπών.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία ή μάλλον μυθιστοριογραφία. Η μικρή εκκλησία στη Θεσσαλονίκη, που είχα βρεθεί και εγώ, του είχε δώσει την ευκαιρία αρχικά να ροκανίσει το χρόνο μέχρι την πτήση του, αφετέρου να σταθεί μπροστά στις εικόνες των Αγίων και να αναρωτηθεί για όλα εκείνα τα φριχτά λάθη που είχε κάνει.

«Η ελληνικότητα …, η ελληνικότητα. Θυμάσαι ο Σεφέρης; θυμάσαι;»

«Έχασα τα χρόνια μου», μονολογούσε. «Έχασα τη ψυχή μου».

Χρόνια μετά το περιστατικό, τον έχασα και γω. Στον αριθμό που μου άφησε να τον πάρω δεν απάντησε τις τρεις φορές που τον πήρα, μα τον συγχωρώ. Βλέποντας σήμερα το όνομά του κάπου στο ίντερνετ που περιδιάβαινα, δεν τον κακίζω για αυτό. Το πόστο του είναι ιδιαίτερα πιο σημαντικό από έναν παλιό, πρόσκαιρο φίλο στην Ελλάδα.

Μόνο που βλέποντας το όνομά του σήμερα στο ίντερνετ, θυμήθηκα και τον Σεφέρη… και τον Ελύτη, και τον Σικελιανό. Όλους αυτούς που σήμερα ξεχάσαμε και δεν διαβάζουμε.

Διότι χάνουμε τα χρόνια μας.

Μήπως θα φτάσει κάποτε ο καιρός που και εμείς θα αναλυθούμε σε λυγμούς και θα αναφωνήσουμε ότι χάσαμε τα χρόνια μας σε σκέψεις, συνήθειες και πάθη αλλότρια; Ή μήπως αυτός ο καιρός έχει φτάσει ήδη;

«…είμαστε απόγονοι μονάχα της μάνας μας, που μας μίλησε Ελληνικά, που προσευχήθηκε ελληνικά, που μας νανούρισε με παραμύθια για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον Λεωνίδα και τον Παπαφλέσσα, και ένιωσε την ψυχή της να βουρκώνει την Μεγάλη Παρασκευή, μπροστά στο ξόδι του νεκρού Θεανθρώπου…» αναφωνεί ο Σεφέρης από το βάθος του τάφου, αλλά η φωνή του χάνεται πίσω από την οχλαγωγία των φραπουτσίνο και των αλλότριων κυμβάλων που αλαλάζουν και χαλούν τον τόπο.

Ο Ελύτης φωνάζει από το βάθος του τάφου να προσφέρει και αυτός μια λύση στο πρόβλημα που ζούμε.

«…Κάποτε θα ερχόταν η στιγμή για την Ευρώπη να συνειδητοποιήσει τις ρίζες της, αφού δεν μπορεί να υπάρξει σαν αυτόνομη μονάδα, χωρίς κάποιο θεωρητικό υπόβαθρο. Αλλά και για την Ελλάδα η στιγμή, να αποφασίσει αν θα μείνει απομονωμένη στις δικές της αξίες ή θα ενταχτεί σε ένα ευρύτερο σύνολο με οφέλη πρακτικής φύσεως αναμφισβήτητα, αλλά και με τον κίνδυνο να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία της.

Απ’ αυτή την άποψη, το ομολογώ, είμαι απομονωτικός. Μια ζωήν ολόκληρη αγωνίστηκα για αυτό που λέμε Ελληνικότητα…και που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας τρόπος να βλέπεις και να αισθάνεσαι τα πράγματα. Είτε στην κλίμακα τη μεγάλη, είτε στην ταπεινή. Θέλω να πω, είτε σ’ ένα Παρθενώνα, είτε σ’ ένα λιθάρι. Το παν είναι η ευγένεια, η ποιότητα, σε αντίθεση με το μέγεθος και την ποσότητα που χαρακτηρίζουν τη Δύση.

Γιατί, εκεί βρίσκεται η διαφορά. Οι Ευρωπαίοι, αντλήσανε από τις Ελληνικές αξίες για να φτάσουν στην Αναγέννηση. Αλλά, η Αναγέννηση η δική τους είναι κάτι πολύ διαφορετικό απ’ αυτό που θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει εμείς, εάν δεν μας σταματούσε η τουρκοκρατία. Το βλέπουμε αυτό στην ταπεινή κλίμακα, τη μόνη άλλωστε όπου μπορούσαμε ακόμα να εκδηλωνόμαστε. Από την άποψη ότι, μια εσωτερική αυλή νησιώτικου σπιτιού, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ή ένας περίβολος μοναστηριού, είναι, σαν αντίληψη εννοώ, πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που έκανε τους Παρθενώνες και τις Θεομήτορες, παρά όλες οι κολόνες κι οι μετώπες των ευρωπαϊκών ανακτόρων…»

Αν δεν είναι η παράδοση η λύση, τότε τι;

Sommelier

Ετικέτες: ,